στοά


στοά
Κτίριο ή χώρος μιας μεγαλύτερης οικοδομής, ανοιχτό προς το εξωτερικό και διαρρυθμισμένο στην εξωτερική του όψη, από μία ή περισσότερες κιονοστοιχίες. Πρόκειται συνήθως για χώρο ανοιχτό στο κοινό για συναντήσεις, συναθροίσεις ή και για την πώληση εμπορευμάτων. Οι σ. είχαν αποχτήσει σημαντική σπουδαιότητα στην κλασική αρχαιότητα, αλλά πολύ μεγαλύτερη είχαν στον Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Περισσότερο ή λιγότερο διακοσμημένες με γλυπτά, οι σ. πήραν τα ονόματα τους, τόσο από το όνομα εκείνων που τις χρησιμοποιούσαν, όπως οι σ. των Εμπόρων κλπ. ή από το δωρητή που ανάλαβε τα έξοδα της οικοδόμησης τους. Περίφημη είναι η σ. της Φλωρεντίας η γνωστή ως Λότζια ντελά Σινιορία (Loggia della Signoria) προορισμένη για εκλογική έδρα των δημοτικών εκλογών η οποία οικοδομήθηκε μεταξύ του 1376 και του 1391. Καθαρά διακοσμητική και εξαιρετικά λεπτής τέχνης είναι η μικρή σ. του Σανσοβίνο στη Βενετία. Σ. του Ραφαήλου ονομάζονται και οι τρεις επάλληλες σ. που περιστοιχίζουν την αυλή του Σαν Νταμάζο στο Βατικανό. Στην Αθήνα υπήρχε ένα εξαιρετικό δείγμα διώροφης σ., η σ. του Αττάλου (159-138 π.Χ.), ο προορισμός της οποίας ήταν εμπορικός. Στην πρόσοψη της υπήρχαν δύο επάλληλες κιονοστοιχίες διαφορετικών ρυθμών, κάτω δωρικού και πάνω ιωνικού. Η σ. αυτή έχει αναστηλωθεί από αμερικανική αρχαιολογική αποστολή. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σ. του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης είναι η αψίδα. Σ. λέγεται επίσης κάθε υπόγεια σήραγγα η οποία διανοίγεται από τη δράση νερών σε ασβεστολιθικά κυρίως εδάφη. Στη μεταλλειολογία ονομάζεται κάθε τεχνητά η φυσικά κατασκευασμένη υπόγεια δίοδος, που χρησιμοποιείται για την εκμετάλλευση των μεταλλείων. Οι σ. προορίζονται κυρίως: για τον αερισμό, την αποστράγγιση των νερών, την κυκλοφορία των μικρών οχημάτων με τα οποία μετακινείται το προσωπικό των ορυχείων και μεταφέρεται το εξαγόμενο ορυκτό κλπ. Οι σ. χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με τον τρόπο που διατάσσονται ή με το σκοπό για τον οποίο προορίζονται. Διανοίγονται, είτε στην περιοχή του στρώματος του κοιτάσματος, είτε έξω από αυτήν. Σύμφωνα με τον τρόπο διάταξης χωρίζονται στις λεγόμενες έξω από το κοίτασμα, που διαπερνούν τα στρώματα εγκάρσια και προχωρούν οριζόντια ώσπου να συναντήσουν το κοίτασμα και στις μέσα στο κοίτασμα, που ακολουθούν την οριζόντια διεύθυνση του στρώματος. Υπάρχουν επίσης και σ. εγκάρσιες, μικρού μήκους, που ονομάζονται τραβέρσες και οι λεγόμενες κεκλιμένες ανηφορικές, γνωστές και ως καμινέτα και οι κεκλιμένες κατηφορικές ή φιρέδες. Ως προς τον προορισμό διακρίνονται σε σ. κυκλοφορίας, αφύδρευσης, κλπ. Σε μια σ. υπάρχουν τα εξής μέρη: η είσοδος ή στόμιο (μπούκα), το μέτωπο κατά το οποίο αυτή προχωρεί (προχώρηση), η οροφή (ταβάνι), τα πλευρά (παραμέντα) και το δάπεδο (πάτωμα). Η χρήσιμη διατομή στα μεγάλα ανοίγματα των ορόφων των ορυχείων είναι 9-13 τ. μ. Η υποστήριξή τους γίνεται συνήθως με ξύλινες ή με μεταλλικές κατασκευές. Κοντά στα φρέατα και τις υδρορροές οι μεγάλες σ. ενισχύονται με μπετόν ή τοιχοποιία. Η Στοά του Αττάλου (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η, ΝΜΑ, και στοιά και στοιή και οτωά και στωϊα Α
1. αρχιτ. επίμηκες κτήριο τού οποίου η στέγη υποβαστάζεται από τη μία ή και από τις δύο μακρές πλευρές του με κιονοστοιχία (α. «Ποικίλη στοά» β. «στοά τού Αττάλου» γ. «στοά τού Αμφιαρείου»)
2. (κυρίως στην αρχαία Αθήνα) το κτήριο αυτό ως χώρος συνεντεύξεων, συζητήσεων και άλλων δημόσιων συγκεντρώσεων, καθώς και αποθήκευσης ή πώλησης εμπορευμάτων
3. (ιδίως ως κύριο όν.) η Στοά
μτφ. η φιλοσοφική σχολή τών στωικών, με επικεφαλής τον Ζήνωνα τον Κιτιέα
νεοελλ.
1. μεγάλη καλυμμένη ή και ακάλυπτη δίοδος διά μέσου κτηριακού συγκροτήματος, πέρασμα (α. «στοά Αρσακείου» β. «στοά Πεσμαζόγλου»)
2. υπόγειος θολωτός διάδρομος ή σήραγγα ορυχείου, κν. γαλαρία, λαγούμι
3. στενή υπόγεια σήραγγα που σκάβουν οι ασπάλακες και ορισμένα τρωκτικά στο έδαφος για διαβίωση, ανάπαυση και αναπαραγωγή
4. σήραγγα που διανοίγουν στον φλοιό ή στον κορμό τών δένδρων ορισμένα είδη εντόμων
5. βασική μονάδα, τμήμα στο οποίο υποδιαιρείται το τάγμα τών τεκτόνων, καθώς και ο χώρος στον οποίο συνεδριάζουν τα μέλη του
6. είδος πολιορκητικής μηχανής τού βυζαντινού στρατού, αλλ. αυλός
7. φρ. α) «στοά λάβας»
(γεωμορφολ.) τύπος πρωτογενούς σπηλαίου που σχηματίζει κυλινδρικού σχήματος σήραγγα και εκτείνεται κατά μήκος τής τροχιάς τών ρευμάτων λάβας σε ένα πεδίο λάβας
β) «Μεγάλη Στοά»
(τεκτον.) το ανώτατο συμβούλιο, η ανώτερη αρχή τού ελευθεροτεκτονισμού, καθώς και η γενική συνέλευση τών αντιπροσώπων τών στοών
γ) «αμυντική στοά» — στεγασμένη σιδηροδρομική δίοδος μέσω κοιλάδας ή επί ορεινής κλιτύος που είναι διευθετημένη για να προστατεύει τη γραμμή από κατολισθήσεις ασταθών εδαφών ή χιονοστιβάδων
αρχ.
1. πρόναος ή προστώο
2. πολιορκητική μηχανή επιμήκους κατασκευής με στέγη που προφύλαγε τους στρατιώτες
3. φρ. α) «στοιὰ ἡ βασίλειος» ή «ἡ τοῡ βασιλέως στοά» — το δικαστήριο όπου είχε την έδρα του ο άρχων βασιλεύς
β) «οἱ ἀπὸ τῆς στοᾱς» ή «οἱ ἐκ τῆς στοᾱς» — οι στωικοί φιλόσοφοι, οι μαθητές τού Ζήνωνος τού Κιτιέως, ιδρυτή τής στωικής σχολής, ο οποίος δίδασκε στην Ποικίλη στοά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στοά ανάγεται πιθανότατα στην ΙΕ ρίζα *stā- «στέκομαι, στήνω» τού ἵστημι*. Δυσερμήνευτος, ωστόσο, παραμένει ο φωνηεντισμός τής λ. αναφορικά προς τον φωνηεντισμό τής ρίζας (πρβλ. στώ-μ-ιξ). Αρχικός θα πρέπει να θεωρηθεί ο αμάρτυρος τ. *στω-F-ιā, από τον οποίο με σίγηση τού -F- και βράχυνση τού μακρού φωνήεντος -ω- προ τού φωνήεντος -ι- (σύμφωνα με τον ομώνυμο νόμο) ο τ. στοϊά και ο αττ. τ. στοά: *στωF-ιā > στω-ιά (κρητ. επιγρ.) < στοϊά > στοιά > στοά αττ.. Εκτός από τον δυσερμήνευτο φωνηεντισμό -ω- (πρβλ. και αρχ. σλαβ. stavŭ «κατασκευή, συναρμογή», λιθουαν. stova «τοποθεσία», αγγλοσαξ. stōw «θέση» και αρχ. ινδ. sthāv-ara- «όρθιος, στερεός»), η λ. εμφανίζει και παρέκταση -F- (πρβλ. σταυρός και στύλος, όπου το -F- εμφανίζεται με τη φωνηεντική του μορφή)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • στοά — στοά̱ , στοά roofed colonnade fem nom/voc/acc dual στοά̱ , στοά roofed colonnade fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στοᾷ — στοά roofed colonnade fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Στοά — Als Stoa (griech. Στοά) wird eines der wirkungsmächtigsten philosophischen Lehrgebäude in der abendländischen Geschichte bezeichnet. Tatsächlich geht der Name (griechisch στοὰ ποικίλη – „bemalte Vorhalle“) auf eine Säulenhalle auf der Agora, dem… …   Deutsch Wikipedia

  • στοά — η 1. είδος οικοδομήματος με κιονοστοιχία στη μια ή και στις δύο πλευρές του. 2. δίοδος στεγασμένη μέσα σε κάποιο κτιριακό συγκρότημα. 3. υπόνομος ορυχείου. 4. «τεκτονική στοά», τόπος όπου συνεδριάζουν οι τέκτονες και τμήμα του τεκτονικού τάγματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στοά — [стоа] ουσ. Θ. портик, сводчатая галерея, колоннада …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ποικίλη Στοά — I Μια από τις στοές της Αγοράς της Αθήνας, που είχε ιδρυθεί από τον γαμπρό του Κίμωνα, Πεισιάνακτα, και γι’ αυτό αρχικά ονομαζόταν Πεισιανάκτιος. Επειδή όμως με τον καιρό κοσμήθηκε με διάφορους ζωγραφικούς πίνακες και έμοιαζε με πινακοθήκη, την… …   Dictionary of Greek

  • στοᾶι — στοᾷ , στοά roofed colonnade fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στοάν — στοά̱ν , στοά roofed colonnade fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στοάς — στοά̱ς , στοά roofed colonnade fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στοαῖν — στοά roofed colonnade fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.